Εμπορικός πόλεμος : Πως αλλάζει το παιχνίδι για τους επενδυτές

Οι επενδυτές, κακομαθημένοι από την καθησυχαστική στήριξη των κεντρικών τραπεζών, παίρνουν μια γεύση του πως είναι όταν οι οικονομικές ανησυχίες, και όχι οι νομισματικές πολιτικές των κεντρικών τραπεζών, αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα στον καθορισμό των τιμών των στοιχείων ενεργητικού.

Με τις εμπορικές εντάσεις να είναι πιο πιθανό να αυξηθούν παρά να υποχωρήσουν, οι επενδυτές χρειάζεται τώρα να επαναξιολογήσουν αν περαιτέρω χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής θα επιτρέψει στη ρευστότητα να δώσει ώθηση στις αγορές ή αντίθετα θα αποδειχθεί λιγότερο αποτελεσματική στην αντιμετώπιση των αντίθετων οικονομικών και πολιτικών ανέμων.

Συνηθισμένες εδώ και χρόνια στην άφθονη και σταθερή ρευστότητα, οι αγορές αναμένουν πλέον – και επίσης πιστεύουν ότι οφείλουν να το κάνουν – πως οι κεντρικές τράπεζες θα αντιμετωπίσουν κάθε ένδειξη μεταβλητότητας στην αγορά. Η φετινή δραματική μεταστροφή πολιτικής από τη Fed απλώς ενίσχυσε την πεποίθηση αυτή, όπως το έκανε και η ταχύτητα με την οποία ακολούθησαν το παράδειγμα της Fed άλλες κεντρικές τράπεζες.

Αυτή η συνήθεια έγινε εμφανής την περασμένη εβδομάδα από το πώς οι μετοχές ανέκαμψαν το πρωί της Πέμπτης, καθώς οι τιμές των στοιχείων ενεργητικού αναπροσαρμόστηκαν γρήγορα εν μέσω προσδοκιών για πιο βαθιές περικοπές επιτοκίων, αφότου το ολίσθημα του προέδρου της Fed, Tζερόμ Πάουελ(συγκεκριμένα η αναφορά σε μια «προσαρμογή» της νομισματικής πολιτικής) ερμηνεύτηκε ως μια «εφάπαξ» μείωση επιτοκίων.

Ακολούθως, η ανάκαμψη αυτή δοκιμάστηκε από την ανακοίνωση του Ντόναλντ Τραμπ ότι θα επιβάλλει δασμούς σε εισαγωγές $300 δισ. από την Κίνα, καθώς και των αντίμετρων που πήρε το Πεκίνο.

Ως τώρα, οι αγορές έχουν δώσει υπερβολική έμφαση στον παράγοντα της παγκόσμιας ρευστότητας, όπως τον αποκαλούν οι οικονομολόγοι – δηλαδή τις συνεχείς «ενέσεις» πόρων, άμεσων και έμμεσων – για να οδηγηθούν υψηλότερα οι τιμές των στοιχείων ενεργητικού.

Η στάση αυτή έχει επιβιώσει παρά τα παραδοσιακά, αδύναμα οικονομικά επιχειρήματα για χαμηλότερα επιτόκια στις ΗΠΑ, τις «φουσκωμένες» τιμές των στοιχείων ενεργητικού και τον περιορισμένο αντίκτυπο της χαλαρής νομισματικής πολιτικής στην οικονομική δραστηριότητα.

Είναι μια προσέγγιση η οποία έχει αποδειχθεί επικερδής και βρίσκεται πίσω από την νοοτροπία των επενδυτών να αγοράζουν μετά τις βουτιές, η οποία έχει καταστήσει τις διορθώσεις στις αγορές πιο σπάνιες, λιγότερο έντονες και πιο βραχύβιες.

Με τις πρόσφατες εξελίξεις, ωστόσο, οι επενδυτές πρέπει να εξετάσουν σοβαρά δύο άλλες δημοφιλείς υποθέσεις: α) ότι οι εμπορικές εντάσεις είναι προσωρινές και αναστρέψιμες β) και ότι μια πιο υπερχρεωμένη παγκόσμια οικονομία θα τις υπερβεί χωρίς δυσκολίες.

Το καλύτερο που μπορεί να ελπίζει ρεαλιστικά κανείς για το εμπόριο είναι μια σειρά ανακωχών, παρά οριστική λήξη των συγκρούσεων. Το πιο πιθανό αποτέλεσμα είναι περαιτέρω κλιμάκωση, δεδομένου ότι στο επίκεντρο δεν βρίσκονται πλέον μόνο οι οικονομικές επιδόσεις, αλλά και ανησυχίες για την εθνική ασφάλεια, οι οποίες είναι πιο δύσκολο να επιλυθούν.

Επιπλέον, με την Κίνα να μην έχει υπολογίσει σωστά την αρχική της αντίδραση, αρνούμενη να προβεί σε γρήγορες παραχωρήσεις, το Πεκίνο μπορεί να μπει στον πειρασμό να περιμένει τις προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ την ερχόμενη χρονιά, στοιχηματίζοντας ότι οι οικονομικές αδυναμίες θα κάμψουν τις προοπτικές επανεκλογής του κ. Τραμπ.

Eν τω μεταξύ, μπορεί απλώς να είναι θέμα χρόνου μέχρι οι ΗΠΑ να στρέψουν το ενδιαφέρον τους στην Ευρώπη (παρά την πρόσφατη συμφωνία Ε.Ε.-ΗΠΑ για τις εξαγωγές κρέατος), όπου η Γερμανία έχει σημαντικά πλεονάσματα και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ετοιμάζεται να χαλαρώσει περαιτέρω τις χρηματοοικονομικές συνθήκες με νέα μείωση επιτοκίων, επανέναρξη του QE και αποδυνάμωση του ευρώ.

Όλα αυτά είναι μέρος της διαδικασίας της «οπλοποίησης» οικονομικών εργαλείων τώρα που η πολιτική έχει μεγαλύτερη επιρροή στην οικονομία. Συμβαίνει σε μια εποχή που η ανάπτυξη της Ευρώπης ετοιμάζεται να υποχωρήσει κάτω από το 1%, οδηγώντας κάποιες από τις οικονομίες της σε ύφεση και επαναφέροντας ανησυχίες για το χρέος και το τραπεζικό σύστημα.

Η Κίνα πλησιάζει επίσης στο σημείο όπου επιπρόσθετη βραχυπρόθεσμη τόνωση θα υπονόμευε τις μακροπρόθεσμες μεταρρυθμίσεις της χώρας και την εξέλιξή της.

Όλα τα παραπάνω σημαίνουν πως η στάθμιση χαρτοφυλακίων με στόχο τα οφέλη από την περαιτέρω ρευστότητα θα αποδειχθεί πιο δύσκολη υπόθεση από ότι στο παρελθόν.

Ειδικότερα, η περαιτέρω ανατίμηση των στοιχείων ενεργητικού που ενέχουν ρίσκο (από τις μετοχές ως τα ομόλογα υψηλών αποδόσεων και τις αναδυόμενες αγορές) εξαρτάται περισσότερο από τη στήριξη και άλλων πολιτικών. Σε αυτές περιλαμβάνεται η δημοσιονομική επέκταση όπου υπάρχει περιθώριο (όπως στη Γερμανία και στην Ολλανδία) και ένας γύρος φιλο-αναπτυξιακών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων (κυρίως στην Ευρώπη και στην Κίνα, αλλά και στις ΗΠΑ με ένα σχέδιο επενδύσεων για τις υποδομές).

Στα περισσότερα σενάρια, συμπεριλαμβανομένου και αυτού των επίμονων πιέσεων στις μετοχές λόγω του εμπορικού πολέμου, τα αμερικανικά χρεόγραφα θα συνεχίσουν να έχουν καλύτερη απόδοση λόγω της ισχύος της αμερικανικής οικονομίας, της μεγαλύτερης προσαρμοστικότητας και της μικρότερης εξάρτησης από το διεθνές εμπόριο. Το δολάριο, το οποίο είναι η απόλυτη «σχετική τιμή», θα επωφεληθεί και αυτό.

Καθώς η Fed χαλαρώνει τη νομισματική της πολιτική, και θα το κάνει για τους επόμενους μήνες, οι άλλες κεντρικές τράπεζες θα επιλέξουν ή θα αναγκαστούν να κάνουν ακόμα περισσότερα.

Οι πιθανές χρονικές αναντιστοιχίες και η υψηλή «ασυνήθιστη αβεβαιότητα» που συνοδεύουν όλα τα παραπάνω θα οδηγήσουν πιθανότατα σε υψηλότερη μεταβλητότητα, καλώντας τους επενδυτές να αυξήσουν τις στρατηγικές τους τοποθετήσεις ως συμπλήρωμα στη διαρθρωτική δομή του χαρτοφυλακίου τους.

 

*Του  Mohamed El-Erian, επικεφαλής οικονομικός σύμβουλος στην Allianz και εκλεγμένος πρόεδρος στο Queens’ College του Πανεπιστημίου του Cambridge.

TAGS:
Print Friendly and PDF

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ