Το ΕΔΑΔ απέρριψε προσφυγή εναντίον Κύπρου από καταδικασθέν μέλος της Χεζμπολάχ

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) απέρριψε την προσφυγή ενός Σουηδού υπηκόου εναντίον της Κύπρου, ο οποίος συνελήφθη το 2012 σε ξενοδοχείο της Λεμεσού και καταδικάστηκε για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, αφού παραδέχθηκε ότι ήταν μέλος της Χεζμπολάχ.

Πρόκειται για τον Hossam Yaacoub, που συνελήφθη στη βάση πληροφοριών ότι σχεδίαζε τρομοκρατικές επιθέσεις εναντίον ισραηλινών και άλλων στόχων στην Κύπρο, με τον αιτητή να προσφεύγει τον Αύγουστο του 2014 στο ΕΔΑΔ, κατηγορώντας μεταξύ άλλων, τις κυπριακές αρχές για απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση. Μετά την εξέταση της υπόθεσης, το ΕΔΑΔ αποφάσισε την Πέμπτη να απορρίψει όλα τα σημεία της αίτησης του κ. Yaacoub ως προδήλως αβάσιμα. Την Κύπρο εκπροσώπησε στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου ο Γενικός Εισαγγελέας Κώστας Κληρίδης.

Σύμφωνα με το ΕΔΑΔ, ο Hossam Yacoub συνελήφθη στις 7 Ιουλίου 2012 σε δωμάτιο ξενοδοχείου, στη Λεμεσό. Η Αστυνομία είχε εξασφαλίσει ένταλμα σύλληψης στη βάση πληροφοριών ότι ήταν μέλος της Χεζμπολάχ, η οποία θεωρείται εγκληματική ή τρομοκρατική οργάνωση. Οι ίδιες πληροφορίες έλεγαν ότι είχε στην κατοχή του εκρηκτικά και σχεδίαζε τρομοκρατικές επιθέσεις εναντίον του Ισραήλ και άλλων ξένων στόχων στην Κύπρο.

Μεταξύ άλλων, η Αστυνομία κατάσχεσε ένα χειρόγραφο σημείωμα με τον αριθμό πτήσης ισραηλινής εταιρείας από το Τελ Αβίβ στη Λάρνακα, αριθμούς και τα ονόματα δύο ξενοδοχείων. Επίσης κατασχέθηκε ένα κόκκινο σημειωματάριο το οποίο περιείχε χάρτη με σημειωμένη πάνω μια τοποθεσία.

Στις 13 Ιουλίου 2012, αφού ανανεώθηκε το διάταγμα κράτησής του, ο αιτητής παραδέχθηκε στο πλαίσιο των ανακρίσεων ότι είναι μέλος της Χεζμπολάχ και ότι επισκέφτηκε την Κύπρο τέσσερις φορές στο παρελθόν, ενώ εξήγησε και το νόημα των σημειώσεων του, που περιείχαν αναφορές σε λεωφορεία που μετέφεραν επιβάτες της ισραηλινής αεροπορικής εταιρείας.

Προς υπεράσπισή του, ο αιτητής παραδέχθηκε ότι είναι μέλος της Χεζμπολάχ, λέγοντας ωστόσο ότι δεν πρόκειται για εγκληματική οργάνωση αλλά πολιτικό κόμμα, ενώ ανέφερε ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι οι αποστολές του αποτελούσαν μέρος μιας προσπάθειας να στοχοποιηθούν ισραηλινοί στόχοι στην Κύπρο.

Ακόμη, επικαλέστηκε τη νέα διακήρυξη της Χεζμπολάχ, λέγοντας ότι η εξάλειψη του Ισραήλ δεν ήταν πλέον μέρος της ιδεολογίας της οργάνωσης. Παραδέχθηκε ότι η Χεζμπολάχ τον είχε στείλει σε αποστολές σε διάφορες χώρες ενώ σε σχέση με την Κύπρο, είπε ότι ο σκοπός ήταν να ελέγχει αν φυλάσσονταν συγκεκριμένες τοποθεσίες, να αγοράζει κάρτες SIM για κινητά τις οποίες παρέδιδε στους προϊσταμένους του, και να εντοπίζει εστιατόρια που σερβίρουν κοσέρ φαγητό.

Ωστόσο, ανέφερε ότι ο ίδιος δεν ζήτησε να μάθει ποτέ, ούτε ήταν σε γνώση του οι λόγοι για τις αποστολές αυτές.

Στις 21 Μαρτίου 2013 το Κακουργιοδικείο έκρινε τον αιτητή ένοχο σε 5 από τις 8 κατηγορίες, μεταξύ άλλων για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση για την οποία θα έπρεπε εύλογα να γνωρίζει ότι συνδέεται με τη διάπραξη εγκλημάτων, καθώς και για ξέπλυμα χρήματος, ενώ καταδικάστηκε σε τέσσερα χρόνια φυλάκιση.

Στην απόφαση αναφερόταν επίσης ότι η Χεζμπολάχ εμπίπτει στον ορισμό της εγκληματικής οργάνωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα. Ο αιτητής προσέφυγε στις 5 Απριλίου 2013 στο Ανώτατο, το οποίο απέρριψε την έφεση. Αφέθηκε ελεύθερος τον Νοέμβριο του 2014, αφού εξέτισε 2 χρόνια και 5 μήνες φυλάκισης.

Στην προσφυγή του στο ΕΔΑΔ, ο κ. Yaacoub υπέβαλε, μεταξύ άλλων, τον ισχυρισμό ότι έτυχε απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης, ενώ κάποιες από τις καταθέσεις και οι ανακρίσεις που προηγήθηκαν πραγματοποιήθηκαν αργά το βράδυ, είχαν εξαιρετικά μεγάλη διάρκεια και ήταν επίπονες και καταπιεστικές, χωρίς να του επιτρέπεται να ξεκουραστεί ή να κοιμηθεί.

Ακόμη ανέφερε ότι είχε δώσει ακούσια στις αρχές έξι αμφισβητούμενες καταθέσεις, κατά την ανάκριση δεν καταγράφηκαν οι ερωτήσεις και οι απαντήσεις, ενώ δεν ενημερώθηκε για τα δικαιώματά του.

Το Δικαστήριο απέρριψε όλους τους ισχυρισμούς, αναφέροντας συγκεκριμένα ότι «κάθε ισχυρισμός για κακομεταχείριση κατά τη διάρκεια της προδικαστικής διαδικασίας δεν τεκμηριώνεται», σημειώνοντας ότι δεν υπήρξε κάποια επίπτωση στη διεξαγωγή δίκαιης δίκης.

Λέει ακόμη ότι ο αιτητής ενημερώθηκε λεπτομερώς από τις αρχές για το ότι δικαιούται νομικής αρωγής και ότι έχει δικαίωμα να παραμείνει σιωπηλός, πριν δηλαδή προβεί σε καταθέσεις, τις οποίες ακολούθως αμφισβήτησε.

Σε σχέση με το επιχείρημα ότι δεν κρατήθηκαν πρακτικά των ερωτήσεων που του υποβλήθηκαν, πριν και μετά τις αμφισβητούμενες καταθέσεις, το Δικαστήριο λέει ότι δεν είναι καθήκον του να ασχολείται με σφάλματα ως προς τα πραγματικά γεγονότα ή νομικά σφάλματα που διέπραξε εθνικό δικαστήριο, εκτός και αν έχουν παραβιάσει τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που προστατεύονται από τη Σύμβαση.

Λέει ακόμη ότι το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψη του τον τρόπο που λήφθηκαν οι καταθέσεις και βρήκε ότι, παρά τη διάρκειά τους, δεν υπήρχε τίποτα που να δικαιολογεί την εξαίρεση των αμφισβητούμενων καταθέσεων από το σώμα των αποδεικτικών στοιχείων για σκοπούς εκδίκασης της υπόθεσης. Στο βαθμό που το επιχείρημα έχει τεκμηριωθεί, το ΕΔΑΔ δεν θεωρεί το συμπέρασμα αυθαίρετο ή παράλογο, συμπληρώνεται.

Η αποδοχή των τεσσάρων δηλώσεων ως αποδεικτικών στοιχείων για σκοπούς της δίκης και της καταδίκης του αιτητή δεν καταδεικνύει κάποια παραβίαση του δικαιώματός του να μην ενοχοποιηθεί ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο της προστασίας που του παρέχεται σύμφωνα με τη Σύμβαση, αναφέρει το ΕΔΑΔ και καταλήγει στην απόφασή του, λέγοντας ότι η αίτηση είναι προδήλως αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί.

TAGS:
Print Friendly and PDF

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ