Η αμερικανική δημοκρατία χάνει τον εαυτό της!

του Edward Luce


Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, η πολιτική στις ΗΠΑ ταλανιζόταν από το ερώτημα «ποιος έχασε την Κίνα;».

Σήμερα το ερώτημα είναι «ποιος έχασε την Αμερική;».

Οι ημέρες που οι ΗΠΑ δεν διχάζονταν για θέματα εξωτερικής πολιτικής έχουν παρέλθει. Οι δύο βασικοί αντίπαλοι της Αμερικής, η Ρωσία και η Κίνα, κατατρώνε την καρδιά της αμερικανικής πολιτικής.

Κάθε χώρα δέχεται επίθεση από ένα κόμμα – η Κίνα από τους Ρεπουμπλικάνους του Ντόναλντ Τραμπ και η Ρωσία από τους Δημοκρατικούς. Τα δύο κόμματα αλληλοκατηγορούνται. Οι Δημοκρατικοί πιστεύουν ότι ο κ. Τραμπ συνωμότησε με τη Ρωσία για να κερδίσει την προεδρία. Ο κ. Τραμπ ισχυρίζεται ότι η Κίνα προσπάθησε να επηρεάσει τις εκλογές του 2016 προς όφελος της Χίλαρι Κλίντον. Η Ουάσινγκτον αναλώνεται σε ένα παιχνίδι επίρριψης ευθυνών μηδενικού αθροίσματος.

Το αποτέλεσμα είναι πως οι ΗΠΑ χάνουν την επαφή με το εθνικό συμφέρον.

Αυτό δημιουργεί ένα σοβαρό πρόβλημα για τους συμμάχους της Αμερικής και αναπάντεχα οφέλη για τους αντιπάλους της. Για το μεγαλύτερο μέρος του ψυχρού πολέμου, τα δύο κόμματα είχαν επιτύχει μια ευρεία συναίνεση για τον περιορισμό των Σοβιετικών. Οι διαφωνίες τους περιορίζονταν κυρίως στην τακτική.

Αυτόν τον μήνα, ο Μάικ Πένς, ο Αμερικανός αντιπρόεδρος, κήρυξε έναν νέο ψυχρό πόλεμο με την Κίνα. Η ομιλία ήταν διπλά σοκαριστική: αποσκοπούσε να στείλει ένα σήμα για μια μεγάλη στροφή στην εξωτερική πολιτική αλλά παρ’ όλα αυτά πέρασε απαρατήρητη στο εσωτερικό. Οι Δημοκρατικοί δεν έδωσαν σημασία.

Με ελάχιστα στοιχεία, ο κ. Πενς ισχυρίστηκε ότι η εικαζόμενη παρέμβαση της Ρωσίας στις εκλογές «δεν είναι τίποτα σε σχέση» με αυτήν της Κίνας. Το Πεκίνο ήθελε επιπλέον να διώξει τον κ. Τραμπ από τη θέση του προέδρου. Σε αντίθεση με τον πραγματικό Ψυχρό Πόλεμο, ο κ. Πενς δεν παρουσίασε κάποια στρατηγική για τον περιορισμό της Κίνας. Ο στόχος του ήταν να προσφέρει έναν αντιπερισπασμό στις κατηγορίες των Δημοκρατικών για τη Ρωσία.

Οι Δημοκρατικοί πάσχουν από το αντίθετο πρόβλημα. Την περασμένη εβδομάδα, ο Μπέρνι Σάντερς, ο υποψήφιος για το χρίσμα του 2016 που εξετάζει να κατέβει και το 2020, έδωσε μια μεγάλη ομιλία για την εξωτερική πολιτική στην οποία ανέφερε την Κίνα μόνο μια φορά και μάλιστα με θετικό τόνο.

Οι ΗΠΑ και η Κίνα πρέπει να συνεργαστούν από κοινού για την καταπολέμηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη, τόνισε. Η Ρωσία από την άλλη πλευρά, είναι η κύρια αυταρχική απειλή για τις παγκόσμιες προοδευτικές αξίες.

Η σιωπή του Δημοκρατικού κόμματος για την Κίνα έρχεται σε σύγκρουση με το ιστορικό της χώρας όσον αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα. Οι δύο Γερουσιαστές που πρωτοστατούν στην εκστρατεία κατά της Κίνας για την εικαζόμενη φυλάκιση ως και 1 εκατομμυρίου μουσουλμάνων Ουιγούρων είναι οι Μάρκο Ρούμπιο και Τεντ Κρουζ, δύο Ρεπουμπλικάνοι.

Ένα μέρος της μυωπικής στάσης της αριστεράς οφείλεται σε κεκτημένη ταχύτητα. Ο Μπιλ Κλίντον και ο Μπαράκ Ομπάμα είχαν επενδύσει πολλά στη σταδιακή φιλελευθεροποίηση της Κίνας. Καθώς η οικονομία της θα ενσωματωνόταν στον παγκόσμιο καπιταλισμό, η πίεση στο Πεκίνο για εκδημοκρατισμό θα αυξανόταν.

Πρόκειται για μια ιστορική πλάνη. Όσο πιο πλούσια γίνεται η Κίνα, τόσο πιο μεγάλος είναι ο έλεγχος της πολιτικής εξουσίας. Ο Σι Τζιπίνγκ ηγείται μιας χώρας που βρίσκεται υπό πολύ πιο σφιχτό έλεγχο, αν και είναι αρκετά πιο πλούσια, από όταν ο Χου Χιντάο ήταν πρόεδρος. Πράγματι, η Κίνα είναι λιγότερο ελεύθερη από ότι ήταν στα τέλη της δεκαετίας του 1990, όταν η οικονομία είχε το ένα τρίτο από το σημερινό της μέγεθος.

Ωστόσο, οι Δημοκρατικοί δεν έχουν αναθεωρήσει καθόλου την ξεπερασμένη κοσμοαντίληψη τους. Παρά το γεγονός ότι η οικονομία της Ρωσίας είναι πολύ μικρότερη σε σχέση με αυτήν της Κίνας και αποτελεί έναν τεχνολογικό νάνο, η Μόσχα αντιμετωπίζεται ως η βασική απειλή των ΗΠΑ. Κολακεύουν τον Βλαντιμίρ Πούτιν αν φαντάζονται ότι ελέγχει την αμερικανική πολιτική.

Η κουλτούρα της κινεζοφοβίας και της ρωσοφοβίας φτάνει βαθιά στην εκλογική βάση του κάθε κόμματος. Συντηρητικά μέσα, όπως το Fox News, παίζουν συχνά εκπομπές για τις τεχνικές παρακολούθησης της Κίνας και το σύστημα κοινωνικής αξιολόγησης των πολιτών. Η αριστερά εν τω μεταξύ, έχει εμμονή με τα εργοστάσια με χάκερς του Κρεμλίνου και με τον στρατό υπολογιστών (bots).

Μπορεί να υπάρξει μια συνεκτική αμερικανική εξωτερική πολιτική μέσα σε αυτό το χάος; Οποιαδήποτε μέτρηση του εθνικού συμφέροντος των ΗΠΑ θα αντιμετώπιζε την Κίνα και την Ρωσία ως μεγάλες απειλές.

Η Αμερική υπνοβατεί σε ένα κόσμο ακραίας γεωπολιτικής αβεβαιότητας. Χρειάζεται επειγόντως ένα δόγμα. Ο κ. Τραμπ έχει δίκιο σε ένα πράγμα. Η Κίνα, περισσότερο από τη Ρωσία, αποτελεί μια μεγαλύτερη στρατηγική απειλή. Αλλά δεν έχει ιδέα πώς να την αντιμετωπίσει. Με τα μέτωπα που άνοιξε με συμμάχους, όπως ο Καναδάς και η Ιαπωνία και αποχωρώντας από την εμπορική συμφωνία των χωρών του Ειρηνικού (TTP), απέκλεισε τη μοναδική προσέγγιση που θα μπορούσε να φέρει αποτελέσματα, την άσκηση πολυμερούς πίεσης στην Κίνα να ακολουθήσει τους παγκόσμιους κανόνες.

Έχει επίσης αποξενώσει την Ινδία, η οποία μέχρι πρόσφατα αντιμετώπιζε την Αμερική ως «φυσικό σύμμαχο».

Την περασμένη εβδομάδα η Ινδία αγόρασε ρωσικούς πυραύλους αξίας 5 δισ. δολαρίων και παρήγγειλε από τη Ρωσία την κατασκευή έξι πυρηνικών αντιδραστήρων. Η Ινδία αποχώρησε επίσης από τις στρατιωτικές ασκήσεις στον Ειρηνικό ωκεανό με τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία και την Αυστραλία. Είναι ο κ. Τραμπ αυτός που χάνει την Ινδία.

Καθώς η Ρωσία και η Κίνα έρχονται πιο κοντά μεταξύ τους και η Ινδία βγαίνει από τη σφαίρα επιρροής της Αμερικής, οι ΗΠΑ στρέφονται προς τα μέσα. Αντί να αναζητούν συναίνεση για το πώς θα πορευτούν σε έναν πολυπολικό κόσμο, οι Αμερικανοί πολιτικοί χρησιμοποιούν την Κίνα και την Ρωσία ως σάκους του μποξ για την επίλυση εγχώριων προβλημάτων.

Η απάντηση στο ποιος έχασε την Αμερική είναι εξαιρετικά ωμή: η αμερικανική δημοκρατία χάνει τον εαυτό της.

Πηγή: euro2day.gr

TAGS:
Print Friendly and PDF

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ