Τα νέα διλήμματα του Ερντογάν

του David Gardner


Ο Ρεσέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο παντοδύναμος πρόεδρος της Τουρκίας, έχει ορισμένες σημαντικές αποφάσεις να λάβει.

Οι κινήσεις που θα κάνει τις επόμενες εβδομάδες θα καθορίσουν τις γεωπολιτικές εξελίξεις για την Τουρκία σε μια στιγμή που είναι αντιμέτωπη με πραγματικές απειλές, τόσο για την οικονομική της σταθερότητα, όσο και για την ασφάλεια σε μια περιοχή γεμάτη αναταραχές.

Η τρέχουσα κρίση, η οποία έχει μειώσει την αξία της λίρας έναντι του δολαρίου κατά περίπου 40% φέτος και έχει αυξήσει επικίνδυνα το βάρος του ξένου χρέους για τις τουρκικές επιχειρήσεις, έχει προσωρινά καταλαγιάσει.

Αλλά οι ΗΠΑ, οι οποίες έχουν θυμώσει με το φλερτ της συμμάχου τους στο ΝΑΤΟ με τη Ρωσία, την παραβίαση των κυρώσεων κατά του Ιράν και την κράτηση ενός Αμερικανού πάστορα με κατηγορίες για κατασκοπεία και τρομοκρατία, έχουν ήδη λάβει μέτρα κατά τούρκων υπουργών και εξαγωγών. Ετοιμάζουν περαιτέρω μέτρα, σε μια στιγμή που η τουρκική οικονομία είναι τρομακτικά ευάλωτη.

Εν τω μεταξύ, βρίθουν οι φήμες ότι η Τουρκία θα απελευθερώσει τον Άντριου Μπράνσον, τον προτεστάντη ευαγγελιστή πάστορα που κρατείται μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα που ταρακούνησε τη χώρα στα μέσα του 2016. Οι εισαγγελείς ισχυρίζονται ότι έχει διασυνδέσεις με το σκιώδες ισλαμιστικό δίκτυο του Φετουλάχ Γκιουλέν -του πρώην συμμάχου του Ερντογάν και νυν κάτοικου των ΗΠΑ, τον οποίο η τουρκική κυβέρνηση κατηγορεί πως βρίσκεται πίσω από το πραξικόπημα- καθώς και με το κουρδικό PKK, το οποίο διεξάγει αντάρτικο πόλεμο εδώ και πάνω από 30 χρόνια.

Την περασμένη χρονιά ο πρόεδρος Ερντογάν συνέδεσε την κράτηση του κ. Μπράνσον με το αίτημα της Τουρκίας για την έκδοση του κ. Γκιουλέν. Ελάχιστοι παίρνουν στα σοβαρά τις διαβεβαιώσεις του ότι η τουρκική δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη, δεδομένης της «εκκαθάρισης» των αντιπάλων του μετά το πραξικόπημα. Πολλοί πίστευαν ότι ο πάστορας θα μπορούσε να αποτελέσει ένα δώρο συμφιλίωσης προς τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλν Τραμπ. Η επόμενη ακρόαση του κ. Μπράσνον είναι στις 12 Οκτωβρίου.

Σε δηλώσεις που έκανε αυτή την εβδομάδα στο αδύναμο πλέον τουρκικό κοινοβούλιο στην Άγκυρα, ο κ. Ερντογάν ήταν ιδιαίτερα επιθετικός. Κατηγόρησε τις ΗΠΑ για την πολιτική της στη Συρία και τη χρήση των κουρδικών πολιτοφυλακών κατά των τζιχαντιστών του ISIS. Επέκρινε επίσης «τη διεστραμμένη νοοτροπία που χρησιμοποιεί έναν κληρικό που διώκεται για τις σκοτεινές του διασυνδέσεις με τρομοκρατικές οργανώσεις ως πρόσχημα για την επιβολή κυρώσεων».

Οι προηγούμενες εκρήξεις θυμού του Ερντογάν έχουν δώσει τη θέση τους σε μια διπλωματική ηρεμία, αλλά η διάθεση του Τούρκου προέδρου δεν δείχνει ότι υπάρχουν πολλά περιθώρια αλλαγής. Η οργή της Ουάσιγκτον κατά της Άγκυρας αντισταθμίζεται και με το παραπάνω από το μένος των Τούρκων για την φαινομενική ανοχή που δείχνουν οι Αμερικανοί στους Γκιουλενιστές και την ενθάρρυνση που δίνουν σε συριακές οργανώσεις φίλα προσκείμενες στο PKK. Έχουν χρησιμοποιήσει τον εμφύλιο πόλεμο στη Συρία για να σχηματίσουν μια τεράστια αυτοδιοικούμενη κουρδική περιοχή δίπλα στα τουρκικά σύνορα.

Οι σύμμαχοι του Ερντογάν μιλούν για μια παγκόσμια συμμαχία κατά του Τραμπ με τη Ρωσία, την Κίνα, ακόμα και την Ε.Ε. «Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι οι άνθρωποι που έχουν την εξουσία στις ΗΠΑ φαντάζονται την παλιά Τουρκία που την έλεγχαν εύκολα».

Εν τω μεταξύ, υπάρχει άπλετο περιθώριο σύγκρουσης με τον νέο φίλο του κ. Ερντογάν στο παγκόσμιο στερέωμα, τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν. Ξεκινώντας σε αντίθετο στρατόπεδο στον επταετή πόλεμο της Συρίας, η Τουρκία μπήκε στη σφαίρα επιρροής της Ρωσίας πριν από τρία χρόνια όταν ο κ. Πούτιν δέσμευσε ρωσικές αεροπορικές δυνάμεις για τη σωτηρία του καθεστώτος του Μπασάρ αλ Άσσαντ. Μόνο με την ανοχή του κ. Πούτιν θα μπορούσε ο κ. Ερντογάν να εγκαθιδρύσει ένα τουρκικό προτεκτοράτο στη βορειοδυτική Συρία. Ο βασικός του στόχος είναι να αποδυναμώσει σταδιακά τις κουρδικές δυνάμεις που ελέγχουν με τη στήριξη των ΗΠΑ το ένα τέταρτο της συριακής γης.

Η Μόσχα έχει διακόψει προσωρινά το σχέδιο επίθεσης ρωσικών και συριακών καθεστωτικών δυνάμεων κατά της Ιντλίμπ, του τελευταίου προπύργιου Σουνιτών ανταρτών στα νότια της περιοχής που ελέγχει η Τουρκία στη Συρία. Ως αντάλλαγμα, η Ρωσία αναμένει ότι η Άγκυρα θα διαχωρίσει τους «καλούς» αντάρτες από τους «κακούς» τζιχαντιστές.

Η επίσημη συμφωνία, στην οποία κατέληξαν οι πρόεδροι Πούτιν και Ερντογάν στο Σότσι τον προηγούμενο μήνα, προβλέπει τη δημιουργία μιας αποστρατικοποιημένης ουδέτερης ζώνης γύρω από την επαρχία της Ιντλίμπ. Η Τουρκία αναμένεται να «αφαιρέσει» ως και 20.000 τζιχαντιστές από την περιοχή, καθώς και να πάρει βαρύ οπλισμό από εξίσου πολυπληθείς δυνάμεις που στηρίζει, όλα αυτά ως τις 15 Οκτωβρίου.

Είναι κάτι που δεν φαίνεται πολύ πιθανό. Το λουτρό αίματος που προβλεπόταν στην Ιντλίμπ είναι πιο πιθανό να δώσει τη θέση του σε μια πιο στοχευμένη, αλλά αιματηρή εκστρατεία εκκένωσης, στην οποία θα θεωρηθεί συνένοχη η Τουρκία και θα βρεθεί εκτεθειμένη σε τζιχαντιστικές επιθέσεις παρόμοιες με αυτές που υπέφερε το 2015-2016.

Δεν προκαλεί έκπληξη λοιπόν που ο κ. Ερντογάν προσπαθεί να αναθερμάνει τις σχέσεις με την Ε.Ε., όπως συνέβη στην πρόσφατη επίσκεψη του στη Γερμανία, μια χώρα τους ηγέτες της οποίας είχε αποκηρύξει ως ναζί μόλις την περασμένη χρονιά. Ελπίζει για μια σοβαρή επένδυση, καθώς και για επιπρόσθετη βοήθεια από την Ε.Ε. για την φιλοξενία των 3,5 εκατομμυρίων Σύρων προσφύγων, οι οποίοι μπορεί σε διαφορετική περίπτωση να κινηθούν προς την Ευρώπη.

Αναζητεί ακόμα διπλωματική στήριξη. Αυτό το μήνα θα φιλοξενήσει μια συνάντηση για τη Συρία με τον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν, τη Γερμανία καγκελάριο Άγκελα Μέρκελ και τον Πούτιν, ο οποίος αναζητεί απεγνωσμένα χρηματοδότηση από την Ε.Ε. για την ανασυγκρότηση της Συρίας.

Αλλά καθώς ο κ. Ερντογάν εξετάζει τις γεωπολιτικές και οικονομικές του επιλογές, ο αυταρχικός του τρόπος διακυβέρνησης προκαλεί δυσκολίες. Ο παντοδύναμος πρόεδρος έχει ξεφορτωθεί οποιονδήποτε θα μπορούσε να τον βοηθήσει ποιες κινήσεις να κάνει: τους φιλελεύθερους και κοσμικούς κοσμοπολίτες των πρώτων του κυβερνήσεων, τους συνιδρυτές του δικού του νεο-ισλαμιστικού κόμματος, δεκάδες χιλιάδες γκιουλενιστές και την αφρόκρεμα της δημόσιας διοίκησης.

«Η Τουρκία βρίσκεται πολύ κοντά στο να λάβει ορισμένες κρίσιμες αποφάσεις, συμπεριλαμβανομένου και του αν θα συνεχίσει με το σύστημα αυτό ή θα το τροποποιήσει» σημείωσε πηγή από το AKP. «O λαός της Τουρκίας πρέπει να ξαναενωθεί. Δεν μπορούμε να αντέξουμε αυτό το διχασμό».

 Πηγή: euro2day.gr

TAGS:
Print Friendly and PDF

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ