Οι λαϊκιστές, οι ελίτ και ο νέος παγκόσμιος διχασμός

Η προσπάθεια να κατανοηθεί το φαινόμενο Τραμπ έχει δημιουργήσει μια μικρή βιβλιοθήκη με τίτλους για την αμερικανική ενδοχώρα. Αλλά ίσως να είναι εξίσου χρήσιμο να εξετάσει κανείς την Ταϊλάνδη ή την Τουρκία.

Γιατί η επικράτηση του Αμερικανού προέδρου είναι μέρος ενός πολιτικού φαινομένου, ορατού σε όλο τον κόσμο, που έχει φέρει αντιμέτωπες τις ελίτ των μητροπόλεων με τους επαρχιώτες λαϊκιστές των μικρών πόλεων και της υπαίθρου.

Στις εκλογές του 2016, ο Ντόναλντ Τραμπ έχασε σε όλες τις μεγάλες πόλεις τις Αμερικής, συχνά με μεγάλη διαφορά, αλλά τον έστειλε στον Λευκό Οίκο η υπόλοιπη χώρα. Αυτή η χαμηλή επίδοση στην μητροπολιτική Αμερική ακολούθησε το μοτίβο του δημοψηφίσματος για το Brexit νωρίτερα εκείνη τη χρονιά, όταν η καμπάνια υπέρ της εξόδου κέρδισε παρά την ήττα σε όλες σχεδόν τις μεγάλες πόλεις. Η διαιρετική τομή ανάμεσα στις πόλεις και την ύπαιθρο αντιπροσώπευε επίσης και ένα εκπαιδευτικό χάσμα. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι ψηφοφόροι χωρίς πανεπιστημιακή μόρφωση ψήφισαν κατά 73% υπέρ της αποχώρησης, ενώ όσοι είχαν πτυχίο πανεπιστημίου ψήφισαν κατά 75% υπέρ της παραμονής. Αντίστοιχο ήταν και το μοτίβο στις ΗΠΑ, οδηγώντας τον Τραμπ να δηλώσει κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας: «Αγαπάμε όσους έχουν χαμηλή μόρφωση».

Η τομή ανάμεσα στην μητροπολιτική ελίτ και στη λαϊκιστική ενδοχώρα είναι ξεκάθαρη στην δυτική πολιτική. Αυτό που δεν έχουν προσέξει οι περισσότεροι είναι πως η ίδια τομή καθορίζει την πολιτική και εκτός Δύσης, σε μέρη με πολύ διαφορετική κουλτούρα και επίπεδο εξέλιξης, όπως η Τουρκία, η Ταϊλάνδη, η Βραζιλία, η Αίγυπτος και το Ισραήλ.

Στην Τουρκία, οι κάτοικοι πλούσιων αστικών περιοχών όπως η Μπεσίκτας στην Κωνσταντινούπολη απεχθάνονται τον πρόεδρο τους, Ταγίπ Ερντογάν, όπως οι κάτοικοι του Μπρούκλιν απεχθάνονται τον Τραμπ. Αλλά η παραδοσιακά κοσμική ελίτ της Τουρκίας χάνει από τους ψηφοφόρους των μικρών πόλεων που στηρίζουν τον Ερντογάν. Στο Ισραήλ, ενώ η χώρα στο σύνολο της έχει μετακινηθεί προς την εθνικιστική δεξιά, το Τελ Αβίβ, η πιο κοσμοπολίτικη πόλη της, έχει παραμένει ένα προπύργιο του κοσμικού φιλελευθερισμού με αριστερό δήμαρχο.

Η ίδια τομή εμφανίζεται και στην νοτιοανατολική Ασία. Στις Φιλιππίνες, ο Ροντρίγκο Ντουτέρτε, ένας λαϊκιστής με το στυλ του Τραμπ, κέρδισε την εξουσία έναντι στη φιλελεύθερη ελίτ της «αυτοκρατορικής Μανίλα». Στην Ταϊλάνδη, η πολιτική την τελευταία δεκαετία έχει καθοριστεί από μια επώδυνη και συχνά βίαιη διαίρεση ανάμεσα στην πρωτεύουσα Μπανγκόκ και τον αγροτικό Βορρά.

Ακόμα και οι όροι που χρησιμοποιούνται για να περιγραφούν οι διαιρέσεις είναι παρόμοιες. Στην Τουρκία μιλάνε για «λευκούς» και «μαύρους» Τούρκους. Στην Ταϊλάνδη είναι οι «κόκκινοι» της υπαίθρου έναντι των «κίτρινων» των πόλεων. Στις ΗΠΑ είναι οι κόκκινες πολιτείες και οι μπλε πολιτείες.

Στην Ευρώπη η διαίρεση είναι ακόμα πιο εμφανής. Η Ιταλία μετακινήθηκε στις πρόσφατες εκλογές προς τα λαϊκιστικά κόμματα, αλλά το Μιλάνο, η πιο πλούσια πόλη της χώρας, αντιστάθηκε στην τάση και σε μεγάλο βαθμό έμεινε πιστή στο ηττημένο κέντρο. Στη Γαλλία το πλούσιο κεντρικό Παρίσι συντάχθηκε πίσω από τις μεταρρυθμίσεις του προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν, ενώ οι λαϊκιστές κυριαρχούν στις πιο φτωχές περιοχές της χώρας. Καθώς η Ουγγαρία και η Πολωνία διολισθαίνουν προς τον αυταρχισμό, μεγάλες αντι-κυβερνητικές διαδηλώσεις έχουν πραγματοποιηθεί στις πρωτεύουσες Βουδαπέστη και Βαρσοβία, με τα κυβερνώντα κόμματα, των Βίκτορ Όρμπαν και Γιάροσλαβ Καζίνσκι, βασίζονται στη στήριξη από τις μικρές πόλεις.

Οπότε τι είναι αυτό που στρέφει τους κατοίκους των πόλεων εναντίον του υπόλοιπου πληθυσμού; Οι πρωτευουσιάνοι που τάσσονται κατά του Τραμπ, του Brexit, του Ερντογάν και του Όρμπαν τείνουν να είναι πιο πλούσιοι και μορφωμένοι από τους πολιτικούς τους αντιπάλους. Στον αντίποδα, το σύνθημα που ενώνει τους οπαδούς του Τραμπ, του Brexit, του Eρντογάν ή του Όρμπαν είναι κάποια εκδοχή της υπόσχεσης να γίνουν οι χώρες τους «μεγάλες ξανά». Οι πρωτευουσιάνοι είναι επίσης πιο πιθανό να έχουν ταξιδέψει ή να έχουν σπουδάσει στο εξωτερικό ή να έχουν μόλις μεταναστεύσει. Πάνω από το ένα τρίτο του πληθυσμού στη Νέα Υόρκη και στο Λονδίνο για παράδειγμα γεννήθηκαν στο εξωτερικό.

Είναι δελεαστικό να περιγράψει κανείς τις πόλεις ως προπύργια του φιλελευθερισμού και την περιφέρεια ως αντιδραστική. Αν και αυτό μπορεί να είναι αλήθεια όσον αφορά τις κοινωνικές αξία, υπάρχει επίσης και μια τάση δυσαρέσκειας απέναντι στη δημοκρατία μεταξύ των κατοίκων των πόλεων. Στην Αίγυπτο, μεγάλο μέρος της μεσαίας τάξης των πόλεων που είχε διαδηλώσει υπέρ της δημοκρατίας το 2011, κατέληξε να στηρίζει το πραξικόπημα δύο χρόνια αργότερα γιατί φοβήθηκε ότι η εκλεγμένη κυβέρνηση των Αδελφών Μουσουλμάνων μετέτρεπε τη χώρα σε θεοκρατία. Στην Ταϊλάνδη το 2014, ένα στρατιωτικό πραξικόπημα που έβαλε τέλος στην εξουσία των «κόκκινων πουκάμισων» έλαβε σημαντική στήριξη από τη μεσαία τάξη της Μπανγκόκ. Στη Βραζιλία, οι τάξεις των ελεύθερων επαγγελματιών του Σάο Πάολο και του Ρίο ντε Τζανέιρο φαίνεται να είναι υπέρ της φυλάκισης για διαφθορά του πρώην αριστερού προέδρου Ιγνάσιο Λούλα, αν και θα μπορούσε εύκολα να κερδίσει την προεδρία ξανά αν είχε το δικαίωμα να είναι υποψήφιος αργότερα το 2018.

Οι μητροπολιτικές ελίτ της Δύσης δεν έχουν στραφεί ακόμα κατά της δημοκρατίας. Αλλά ορισμένοι μπορεί να έχουν αμφιβολίες. Στη Βρετανία, πολλοί φανατικοί υπέρμαχοι της παραμονής είναι υπέρ της ανατροπής της ψήφου των Βρετανών για έξοδο από την Ε.Ε. Στις ΗΠΑ, όπως επισημαίνουν οι πολιτικοί επιστήμονες Γιάσα Μουνκ και Ρομπέρτο Φόα, «η τάση της υιοθέτησης μιας ανοιχτής στάσης σε μη δημοκρατικές εναλλακτικές είναι ιδιαίτερα ισχυρή μεταξύ των πολιτών που είναι νέοι και πλούσιοι. Το 1995 μόνο το 6% των πλούσιων Αμερικανών πίστευε ότι θα ήταν κάτι καλό να αναλάβει την εξουσία ο στρατός. Σήμερα την άποψη αυτή ενστερνίζεται το 35% των πλούσιων νέων Αμερικανών».

Αν κάποιοι ψηφοφόροι των μεγάλων πόλεων αμφιβάλουν για την δημοκρατία, οι ψηφοφόροι των μικρών πόλεων έλκονται όλο και περισσότερο από τον εθνικισμό που εκφράζουν πρόεδροι όπως ο Τραμπ και ο Ερντογάν.

Ο αναζοπυρωμένος εθνικισμός μπορεί να δημιουργήσει ένταση στις διεθνείς σχέσεις, αλλά η διεύρυνση του χάσματος ανάμεσα στην ύπαιθρο και στις πόλεις δείχνει πως οι πιο εκρηκτικές πολιτικές πιέσεις μπορεί να βρίσκονται εντός των χωρών και όχι μεταξύ τους.

του Gideon Rachman

Πηγή: euro2day.gr

TAGS:
Print Friendly and PDF

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ